Ναυτική Ορολογία
ΝΑΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΩΝ ΟΡΩΝ
Αβαράρω: απωθώ («κάνω αβάρα»).
Αγάντα: κράτα (το σχοινί/καδένα/µάτσα/βάρκα) ακίνητο µε τα χέρια σου.
Αγόµενα: σχοινιά και συρµατόσχοινα που χρησιµοποιούνται για έλξη, πρόσδεση.
Αζιµούθιο: η διόπτευση ουρανίου σώµατος.
Άκρα: κάβος, ακρωτήριο.
Άµµα: «κλειδί» άγκυρας: µήκος αλυσίδας 27,5 µέτρα (15 οργυιές).
Ανακρέµαση: κρέµασµα από σταθερό σηµείο µε το αγόµενο (σχοινί) που ανεβάσαµε το αντικείµενο. Π.χ. ανακρέµαση λέµβου στα καπόνια (επωτίδες).
Ανακωχή: είµαστε στην ανακωχή, όταν έχοµε τα ιστία µας κατά τέτοιον τρόπο ποδωµένα, ώστε η λέµβος να µην προχωρεί αλλά µόνον να εκπίπτει (πλεύση όρτσα). Σε µηχανοκίνητο σκάφος είναι η πλεύση µε µικρή ταχύτητα µε τη θάλασσα (κατεύθυνση των κυµάτων) στο ισχύον.
Αναµέτρηση: ο προσδιορισµός της θέσεώς µας µε υπολογισµό πορείας, ταχύτητας και µεσολαβήσαντος χρόνου από προηγούµενο/α στίγµα/τα.
Αναπρώρηση: η κατεύθυνση του σκάφους όταν αυτό είναι ακίνητο. Αν απρωρίζω (Ορθοπλωρίζω): λέµε όταν φέροµε την πλώρη µας κατ’ ευθείαν προς την κατεύθυνση από την οποίαν δεχόµαστε τον άνεµο. Το σκάφος ωθείται προς τα πίσω και τα ιστία παίζουν («παρακρούονται»).
Ανάσπα: απόσπασε (την άγκυρα από το βυθό). Παραγγέλλεται όταν η άγκυρα είναι απίκο (βλ. Απίκο).
Αναστροφή: στροφή για αλλαγή πλεύσεως περνώντας την πλώρη από την κατεύθυνση που φυσάει ο άνεµος.
Ανεµόροµβος: βλ. Ρόµβος.
Αντιµονή: η πλεύση του σκάφους µε µικρή ταχύτητα και τον κυµατισµό στην παρειά.
Απάγκιο: το µέρος, ο τόπος, που είναι προφυλαγµένος από τον άνεµο.
Άπαρση: απόπλους.
Απίκο: αλυσίδα άγκυρας κάθετη, «κατακάθετος», δηλ. η άγκυρα είναι έτοιµη να ξεκολλήσει από το βυθό.
Απόκλιση, µαγνητική: η διαφορά του µαγνητικού από το γεωγραφικό (αληθή) Βορρά.
Άπωσον: σπρώξε (βόγα). Εντολή που δίνεται συνήθως για αποµάκρυνση από το µόλο ή άλλο σκάφος.
Βερίνα: συστροφή (σχοινιού, καδένας, συρµατόσχοινου).
Βιλάι: ορµίδι, λεπτό σχοινί που χρησιµοποιείται ως οδηγός για να πετάξοµε ένα πιο χοντρό σχοινί σε µια απόσταση (σε άλλο σκάφος, στο µόλο κ.λπ.).
Βίρα: τράβα (το σχοινί, την καδένα κ.λπ.).
Βιράρω: τραβάω και µαζεύω το σχοινί/καδένα.
Βόγα: σπρώξε (βογάρω=σπρώχνω).
Βόλισµα: η µέτρηση του βάθους θαλάσσης µε βαθµονοµηµένο σκοινί, που φέρει µολυβένιο βαρίδι (βολίδα) στην άκρη του (σκαντάγιο).
Βορράς αληθής: η κατεύθυνση του γεωγραφικού Βορρά (άξονας περιστροφής της Γης).
Βορράς µαγνητικός: η κατεύθυνση του Βόρειου µαγνητικού πόλου της Γης.
Βορράς πυξίδας: ο Βορράς που δείχνει η µαγνητική πυξίδα απάνω στο σκάφος (υπεισέρχεται το µαγνητικό πεδίο της Γης και του σκάφους).
Γραµµή θέσεως: είναι µια γραµµή σε κάποιο σηµείο της οποίας βρίσκεται το σκάφος µας.
Δεσπέντζα: µικρή κουζίνα για παρασκεύαση ροφηµάτων-καφέ και προχείρων φαγητών.
Δευτερόπρυµα: η κατεύθυνση από το ισχύον του σκάφους.
Δίαρµα: η απόσταση µεταξύ δύο στιγµάτων στη θάλασσα.
Διατοιχισµός: βλ. Μπότζι.
Διόπτευση: η γωνία που σχηµατίζει η διεύθυνση ενός σηµείου (από τον παρατηρητή) µε τη διεύθυνση του Βορρά.
Διόπτευση ασφαλείας: η διόπτευση καταφανούς σηµείου που καθορίζει το όριο ναυτιλιακών κινδύνων.
Διόπτευση σχετική: η γωνία που σχηµατίζει η διεύθυνση ενός σηµείου (από τον παρατηρητή) µε τη διεύθυνση της πλώρης µας.
Διοπτηρία πυξίδα: η πυξίδα µε την οποία µετράµε διοπτεύσεις.
Διπαράλληλος: διπλός χάρακας µε συνδεδεµένους βραχίονες, για παράλληλη µεταφορά γραµµών στο χάρτη.
Δροµόµετρο: συσκευή µετρήσεως ταχύτητας σκάφους ως προς τη θάλασσα.
Έα: άφησε ό,τι κρατάς.
Εισολκή: φέρνω µέσα στο σκάφος κάτι που το ελέγχω από το σκάφος (άγκυρα, κουπί κ.λπ.).
Έκπτωση: η αποµάκρυνση από το επιθυµητό ίχνος µας ως προς το βυθό λόγω ανέµου ή/και ρεύµατος.
Έκταµα: το συνολικό µήκος αλυσίδας και αγκυρόσχοινου από την άγκυρα µέχρι το σκάφος.
Έξαλα: τα υπέρ την ίσαλο µέρη του σκάφους.
Εξαρτία: η αρµατωσιά, ιστοί, παράτονοι, σχοινιά ελέγχου ιστίων κ.λπ.
Εξάς (Εξάντας): οπτικό όργανο µετρήσεως γωνιών (κυρίως για γωνιακή ύψωση ουρανίου σώµατος υπέρ τον ορίζοντα).
Επάκµαση (καιρού): αύξηση εντάσεως ανέµου και κυµατισµού. Φρεσκάρισµα του καιρού.
Επίστεγον: κασάρο. Ο στεγασµένος χώρος στο πρυµναίο µέρος του σκάφους.
ΕΤΑ: estimated Time of Arrival. Εκτιµώµενη (Προβλεπόµενη) Ώρα Αφίξεως (κατάπλου).
ΕΤD: estimated Time of Departure. Εκτιµώµενη (Προβλεπόµενη) Ώρα Αναχωρήσεως (απόπλου).
Ευθυθγράµµιση: η ευθεία που ορίζουν δύο καταφανή σηµεία στη στεριά.
Εχµάζω: βλ. Μποτσάρω.
Ιθυντηρία πυξίς: η πυξίδα που δείχνει την πορεία του σκάφους.
Καβίλια: αιχµηρό στρογγυλό σιδερένιο εργαλείο για ξέµπλεγµα (ή πλέξιµο) σχοινιών.
Κάβος: ακρωτήριο, σχοινί.
Καµπούνι: βλ. Πρόστεγον.
Καπόνι: επωτίδα.
Καρτίνι: το 1/4 του ρόµβου. 1 Καρτίνι= 2ο 48΄45΄΄.
Κάρτο: µία από τις 32 κατευθύνσεις του ανεµολογίου. 1 Κάρτο=11ο 15΄.
Κάσαρο: βλ. Επίστεγο.
Κατακάθετος: η αλυσίδα της (ποντισµένης) άγκυρας είναι κάθετη, «απίκο», δηλαδή η άγκυρα είναι έτοιµη να αποσπασθεί από το βυθό.
Καταφανές σηµείο: ένα σηµείο που είναι ευδιάκριτο στη στεριά και είναι καταχωρηµένο στο χάρτη.
Καφάσι: ξύλινο δικτυωτό χρησιµοποιούµενο ως δάπεδο.
Κίων: βλ. Μπίντα.
Κόµβος: µονάδα ταχύτητας, ναυτικά µίλια ανά ώρα.
Κοτσανέλο: προσδετήρας επί του σκάφους, σε σχήµα κοντού «Ταυ», όπου δένοµε σχοινί µε οχτάρια.
Κουβούσι: άνοιγµα στο κατάστρωµα για κάθοδο στα ενδότερα (κάθοδος).
Κουµπάσο: διαβήτης µε λιγότερο οξείες άκρες, για µέτρηση αποστάσεων στο ναυτικό χάρτη.
Κουπαστάρισµα: µεγάλη και σταθερή κλήση του σκάφους λόγω ισχυρού ανέµου.
Κουτούκι: σχοινί προσδέσεως µε κατεύθυνση κάθετα στο σκάφος.
Κρηπίδωµα: µέρος της ακτής διαµορφωµένο κατάλληλα (τσιµέντο, δέστρες κ.λπ.) για πρόσδεση σκαφών.
Λάσκα: χαλάρωσε (το σχοινί, την καδένα κ.λπ.).
Λιµενοδείκτης: χάρτης µεγάλης κλίµακας που περιέχει λεπτοµέρειες λιµένος ή όρµου.
Λουάρ: περιφερειακό µοιρογνωµόνιο µε βραχίονα.
Μάινα: δώσε, άσε να φύγει αλλά υπό έλεγχο (το σχοινί κ.λπ.).
Μακαράς: τρόχιλος µε ξύλινο σώµα.
Μάπα: πόρπη, στρογγυλός κρίκος.
Μάσκα: τα πρωραία εξωτερικά πλαϊνά µέρη του σκάφους (δεξιά και αριστερή µάσκα).
Μασχαλίζω: στερεώνω την άγκυρα στη θέση της στο όκιο.
Ματσαπλί: συκίσκος, σπαστή µπαστέκα, τρόχιλος µε µεταλλικό σώµα, που η µια πλευρά ξεκουµπώνει για να περάσει το σκοινί.
Μπαλόνι: σφαιρικό ιστίο για ουριοδροµία, αλλά και παράβληµα.
Μπαλότσα: βλ. Παράβληµα.
Μπαµπάς: βλ. Μπίντα.
Μπάντου : έα, άφησε τελείως από τα χέρια σου το σχοινί/καδένα ( Έα).
Μπαρούµα: σχοινί, συνήθως για συµπληρωµατική πρόσδεση.
Μπαστέκα: τρόχιλος µε µεταλλικό σώµα.
Μπίγα: φορτωτήρας.
Μπίντα: δέστρα. Κυλινδρικό σίδερο στο κατάστρωµα ή στην προβλήτα για πρόσδεση.
Μπόσικος: χαλαρός.
Μπότζι: οι εγκάρσιες κλίσεις του σκάφους λόγω κυµατισµού.
Μποτσάρω: στερεώνω κάτι για να µην πέσει λόγω κλίσεων του σκάφους.
Μπότσος: ανασχετήρας. Κόµβος για συγκράτηση χοντρού σχοινιού. Η µία άκρη του είναι δεµένη σε σταθερό ανθεκτικό σηµείο του σκάφους.
Μπότσα: βλ. Υποστροφή.
Μπουντέλι: στηλίδιο, στήριγµα, π.χ. τα στηλίδια γύρω από το κατάστρωµα ιστιοπλοϊκού σκάφους.
Μπουρίνι: λαίλαψ, αιφνίδια επιδείνωση του καιρού, µικρής διάρκειας.
Μποφόρ: εµπειρική κλίµακα µετρήσεως εντάσεως ανέµου που καθιερώθηκε από το ναύαρχο Sir Francis Beaufort το 1805.
Μόλος: προβλής (αρσενικό). Τεχνητός πρόβολος µέσα στη θάλασσα για πρόσδεση σκαφών.
Ναύδετον: Τσαµαδούρα για πρόσδεση σκαφών.
Νέτα: τακτοποιηµένα. Κατά την άπαρση, λύθηκαν οι κάβοι και βρίσκονται στο κατάστρωµα («νέτα πρύµα» κ.λπ.).
Νετάρω: ευπρεπίζω, τακτοποιώ, ξεµπερδεύω σχοινί, καδένα.
Ντούκες: σκοινιά ή συρµατόσχοινα τακτοποιηµένα ή ευθετηµένα σε κουλούρες ή παράλληλες σειρές.
Ντουκιάρισµα: η τακτοποίηση, ευθετισµός σχοινιού ή συρµατόσχοινου σε κουλούρα ή παράλληλες γραµµές.
Ξεπεσούρα: (βλ. Έκπτωση).
Οργυιά: µονάδα µετρήσεως µήκους (συνήθως βάθους). Ισούται µε 1,829 µέτρα ή 2 υάρδες. Πρακτικά είναι όσο η έκταση των χεριών ενός µέσου ανθρώπου.
Ορµίδι: λεπτό σχοινί µε βαρίδι ή κόµπο στην άκρη χρησιµοποιούµενο για ρήψη στον προβλήτα ή σε άλλο σκάφος κατά την προσέγγιση. Η άλλη άκρη του είναι δεµένη στο χοντρότερο σχοινί προσδέσεως.
Όρτσα: η κατεύθυνση προς τα εκεί απ’ όπου φυσάει ο άνεµος.
Παλάγκο: σύσπαστο, πολλαπλή τροχαλία.
Παπάζι: σφουγγαρόπανο.
Παράβληµα: µπαλόνι, µπαλότσα, ελαστικό για προστασία του σκάφους κατά την πρόσδεση και παραµονή σε προβλήτα ή άλλο σκάφος.
Παραβολή: η πρόσδεση του σκάφους σε προβλήτα ή σε άλλο σκάφος µε την πλευρά του.
Παρακάθετος: η αλυσίδα της (ποντισµένης) άγκυρας είναι σχεδόν κάθετη.
Παραλλαγή πυξίδας: η γωνία που εκτρέπεται η µαγνητική πυξίδα από το γεωγραφικό (αληθή) Βορρά λόγω του µαγνητικού πεδίου της Γης.
Παράλλαξη: η θέση ενός σκάφους ως προς καταφανές σηµείο, όταν η σχετική διόπτευση του σηµείου αυτού είναι στο εγκάρσιο του σκάφους.
Παρειά: βλ. Μάσκα.
Παρεκτροπή πυξίδας: η γωνία που εκτρέπεται η µαγνητική πυξίδα από το µαγνητικό Βορρά λόγω µαγνητικών πεδίων του σκάφους.
Παρεώ/Παρέαση: αφήνω (την καδένα, το σχοινί) αλλά υπό έλεγχο.
Πατρονιάρισµα: περιέλιξη σχοινιού.
Πεντένι: σχοινί προσδέσεως που περνάει από τη δέστρα του προβλήτα (ή του άλλου σκάφους) και καταλήγει πάλι στο σκάφος µας.
Πλεύση: η πορεία του πλοίου, «περιγραφικά» συνήθως, όχι µε µοίρες. Π.χ. όρτσα, δευτερόπρυµα, δεξήνεµη, νοτιοδυτική.
Ποδίζω: στρέφω για να αποµακρυνθώ από την κατεύθυνση που φυσάει ο άνεµος.
Πόντισον: πίξε (την άγκυρα για αγκυροβολία) στη θάλασσα, «φουντάρισε» ή «φούντο».
Πορτολάνα: βλ. «Λιµενοδείκτης».
Προνευστασµός: η κίνηση του σκάφους ως προς τον εγκάρσιο άξονά του (το πάνω-κάτω της πλώρης) λόγω κυµατισµού.
Πρόστεγον: ο στεγασµένος χώρος στο πρωραίο µέρος του σκάφους.
Πρώρα: πλώρη.
ΠΩΑ: προβλεπόµενη Ώρα Απόπλου (ΕTD).
ΠΩΚ: προβλεπόµενη Ώρα Κατάπλου (ΕΤΑ).
Ρεµεντζάρισµα/Ρεµέντζο: πρόσδεση του σκάφους σε προβλήτα, ναύδετο κ.λπ.
Ρίπος συγκρούσεως: κατασκευή από καραβόπανο και στουπιά µε την οποία καλύπτοµε ρήγµα στο σκάφος.
Ρόµβος: βλ. Κάρτο.
Σαµπάνι: αρτάνη, ιµάντας ή σχοινί για την ανύψωση βάρους (π.χ. της λέµβου).
Σκαντάγιο: σχοινί για µέτρηση βάθους. Φέρει βαρίδι από µολύβι και είναι βαθµονοµηµένο ανά µέτρο. Δεν πρέπει να συστρέφεται (βερινιάζει).
Σκάντζα: αντικαθιστώ κάποιον ή κάτι µε άλλον/άλλο.
Σοφράνο: αροσήνεµα, η πλευρά από όπου φυσάει ο άνεµος.
Σπηλιάδα: απότοµη και µικρής διάρκειας αύξηση της εντάσεως του ανέµου. Ριπή.
Σπρινγκ: σχοινί προσδέσεως µε µικρή γωνία ως προς το σκάφος, ώστε να ελέγχεται η προς πρώρα ή πρύµνη κίνησή του.
Σταβέντο (ή Σοτοβέντο): υπήνεµα, η πλευρά προς την οποία κινείται ο άνεµος.
Στίγµα: η ακριβής γεωγραφική θέση.
Στρίτσο: φρεάτιο που εναποτίθεται η αλυσίδα της άγκυρας.
Σφιλάτσο: στοιχείο σχοινιού, σαν χοντρός σπάγκος. Πολλά µαζί πλεκόµενα αποτελούν το σχοινί από φυσικά υλικά.
Τραβέρσωµα: βλ. Αντιµονή.
Τρίγωνο ρεύµατος: το τρίγωνο που σχηµατίζεται από το διάνυσµα πορείας-ταχύτητας του σκάφους και το διάνυσµα διευθύνσεως-ταχύτητας του ρεύµατος.
Τρόχιλος: τροχαλία.
Τσαµαδούρα: σηµαντήρας, επιπλέουσα, αλλά αγκυροβοληµένη κυλινδρική ή πλαστική κατασκευή για επισήµανση ή πρόσδεση.
Υποστροφή: στροφή για αλλαγή πλεύσεως περνώντας την πρύµνη από την κατεύθυνση που φυσάει ο άνεµος.
Φανάρι: λέγεται και ο φάρος, καθώς επίσης και τα πλοϊκά φώτα του σκάφους.
Φέρµα: τέντωσε (το σχοινί, τα πανιά, την καδένα κ.λπ.).
Φούντο: βλ. Πόντισον (Λατιν. Fundus = Πυθµένας).
Φρεσκάρισµα (καιρού): επιδείνωση ανέµου και κύµατος (αύξηση). Επάκµαση.
Χάλα: υπόστειλε ταχέως, µε µια κίνηση (τα ιστία/επισείοντα/σηµαία).
Χειρισµός: µανούβρα
