Κανόνας 3: Γενικοί ορισμοί.
Σημασία των γενικών ορισμών.
Στον Κανόνα 3, που απαρτίζεται από 13 διατάξεις (α – ιγ), ορίζονται οι υφιστάμενες κατηγορίες πλοίων, όπως και οι διάφορες καταστάσεις, στις οποίες αυτά βρίσκονται· οι ορισμοί αυτοί έχουν εφαρμογή σε όλη τη συνθήκη.
Για τους σκοπούς των παρόντων κανόνων ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί, εκτός εάν το κείμενο απαιτεί διαφορετικά:
(α) Η λέξη “πλοίο” περιλαμβάνει κάθε περιγραφή πλωτού μέσου –μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα χωρίς εκτόπισμα σκάφη, WIG σκάφη, καθώς και τα υδροπλάνα, το οποίο χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο μεταφοράς στο νερό.
(β) Ο όρος “μηχανοκίνητο πλοίο” σημαίνει κάθε πλοίο που προωθείται με μηχανή.
(γ) Ο όρος “ιστιοφόρο πλοίο” σημαίνει κάθε πλοίο που κινείται με ιστία, υπό την προϋπόθεση ότι η τυχόν εγκατεστημένη σ’ αυτό μηχανή προώσεως δεν χρησιμοποιείται.
(δ) Ο όρος “πλοίο ασχολούμενο με την αλιεία” σημαίνει κάθε πλοίο που αλιεύει με δίχτυα, ορμιές, γρίπους ή άλλη αλιευτική συσκευή, η οποία περιορίζει την ικανότητα ελιγμών του. Δεν περιλαμβάνει όμως πλοίο που αλιεύει με συρόμενες ορμιές (συρτή) ή άλλη αλιευτική συσκευή, η οποία δεν περιορίζει την ικανότητα ελιγμών του.
(ε) Η λέξη “υδροπλάνο” περιλαμβάνει κάθε αεροσκάφος, που είναι σχεδιασμένο να κινείται στο νερό.
(στ) Ο όρος “ακυβέρνητο πλοίο” σημαίνει κάθε πλοίο το οποίο, λόγω κάποιας εξαιρετικής περιστάσεως, αδυνατεί να χειρίσει με τον τρόπο που απαιτείται από τους παρόντες κανόνες και επομένως είναι αδύνατο να απομακρυνθεί από την πορεία άλλου πλοίου.
(ζ) Ο όρος “πλοίο περιορισμένης ικανότητας χειρισμών” σημαίνει κάθε πλοίο το οποίο, λόγω της φύσεως της εργασίας του, έχει περιορισμένη ικανότητα χειρισμών, σύμφωνα με τους παρόντες κανόνες, και επομένως του είναι αδύνατο να απομακρυνθεί από την πορεία άλλου πλοίου. Ο όρος «πλοία περιορισμένης ικανότητας χειρισμών» θα περιλαμβάνει, χωρίς αυτό να είναι περιοριστικό, το:
(i) Πλοίο που ασχολείται με την τοποθέτηση, τη συντήρηση ή αφαίρεση ναυτιλιακού βοηθήματος, υποβρύχιου καλωδίου ή αγωγού.
(ii) Πλοίο που ασχολείται με επιχειρήσεις ελέγχου του βυθού ή εκβαθύνσεως, καθώς και με υδρογραφικές ή υποβρύχιες επιχειρήσεις.
(iii) Πλοίο που ασχολείται με τον ανεφοδιασμό εν πλω ή με τη διαπεραίωση εν πλω σε άλλο πλοίο, προσώπων, εφοδίων ή φορτίου.
(iν) Πλοίο που ασχολείται με την απονήωση ή προσνήωση σκαφών.
(ν) Πλοίο που ασχολείται με επιχειρήσεις εκκαθαρίσεως μίας περιοχής από νάρκες.
(νi) Πλοίο που ασχολείται σε επιχείρηση ρυμουλκήσεως, λόγω της οποίας εμποδίζονται σοβαρά το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο πλοίο, ως προς την ικανότητά τους να παρεκκλίνουν από την πορεία τους.
(η) Ο όρος “πλοίο εμποδιζόμενο από το βύθισμά του” σημαίνει μηχανοκίνητο πλοίο το οποίο, λόγω του βυθίσματός του σε σχέση με το βάθος και το πλάτος των υδάτων στα οποία πλέει, περιορίζεται δραστικά ως προς την ικανότητά του να παρεκκλίνει από την πορεία.
(θ) Ο όρος “εν πλω” σημαίνει ότι ένα πλοίο δεν έχει ρίξει άγκυρα ή δεν έχει προσδεθεί με την ακτή ή δεν έχει προσαράξει..
(ι) Οι λέξεις “μήκος” και “πλάτος” ενός πλοίου σημαίνουν το ολικό του μήκος και το μέγιστο πλάτος του.
(ια) Τα πλοία θα θεωρούνται “εν όψει αλλήλων” μόνο όταν το ένα μπορεί να γίνει οπτικά αντιληπτό από το άλλο.
(ιβ) Ο όρος “περιορισμένη ορατότητα” σημαίνει την οποιαδήποτε κατάσταση, κατά την οποία η ορατότητα περιορίζεται λόγω ομίχλης, αχλύος, χιονοπτώσεως, θυελλών, πυκνής βροχής, αμμοθύελλας ή άλλων συναφών αιτίων.
(ιγ) Ο όρος “Wing-In-Ground (WΙG) σκάφος” σημαίνει ένα πολλαπλών χρήσεων σκάφος το οποίο, στη βασική λειτουργία του, ίπταται κοντά στην επιφάνεια εκμεταλλευόμενο την επίδραση του surface – effect».
