Στενοί δίαυλοι και θαλάσσιοι διάδρομοι.
Πλοία τα οποία ταξιδεύουν σε στενούς διαύλους (narrow channels) και σε θαλάσσιους διαδρόμους (fairways) αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο συγκρούσεως ή προσαράξεως. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορεί να είναι αυξημένοι κατά τις εισόδους ή εξόδους από τα λιμάνια, όμως παραμένουν αρκετά αυξημένοι και κατά τον πλου σε στενά, όρμους αγκυροβολίας, διαύλους, εκβολές ποταμών και ποταμούς. Σε τέτοιες περιοχές, συνήθως, υπάρχει αυξημένη κυκλοφορία πλοίων, με αποτέλεσμα αυτά να διέρχονται σε μικρές αποστάσεις μεταξύ τους. Επίσης υπάρχει αυξημένη παρουσία σκαφών αναψυχής, τα οποία συχνά χειρίζουν άτομα που δεν έχουν εμπειρία στους ΔΚΑΣ.
Ο όρος δίαυλος έχει πολλές αποδεκτές ερμηνείες κατά τη χρήση του στη ναυσιπλοΐα. Συνήθως, ορίζεται ως: «το τμήμα μόνο εκείνο μιας θαλάσσιας εκτάσεως, που έχει αρκετό βάθος για να είναι δυνατή η ναυσιπλοΐα». Επίσης ορίζεται ως: «το βαθύτερο τμήμα ενός ποταμού, όρμου ή στενού, διά μέσου του οποίου πραγματοποιείται η κύρια ναυτιλιακή ροή». Στον ορισμό αυτόν μερικές φορές προστίθεται ότι ο δίαυλος συνήθως οριοθετείται από μία ή δύο σειρές σημαντήρων και κάποιες φορές από πεδία με ευθυγραμμίσεις.
Για να θεωρείται μια θαλάσσια περιοχή ως δίαυλος, δεν είναι απαραίτητο να έχει συγκεκριμένο μήκος ή να οριοθετείται απ’ τη φυσική διαμόρφωση των ακτών. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη για τον ορισμό του στενού διαύλου, στα πλαίσια του Κανόνα 9, είναι και το είδος της ναυτιλιακής χρήσεώς του.
Έτσι, ως στενός δίαυλος θεωρείται η θαλάσσια περιοχή, η οποία εθιμικά χρησιμοποιείται για τη ναυσιπλοΐα πλοίων και κατά τις δύο κατευθύνσεις.
Επίσης, σε διάφορους τόπους και περιοχές εφαρμόζονται αρκετά κριτήρια για τον ορισμό των στενών διαύλων, όπως και πολλά άλλα κριτήρια απ’ τα δικαστήρια. Ο Κανόνας 9 εφαρμόζεται σε κάθε στενό δίαυλο που συνδέεται με την ανοικτή θάλασσα και ο οποίος είναι πλεύσιμος από τα ποντοπόρα πλοία, εκτός αν άλλως καθορίζεται από τους τοπικούς κανόνες.
Όσον αφορά στον όρο θαλάσσιος διάδρομος, μ’ αυτόν συνήθως χαρακτηρίζονται θαλάσσια περάσματα ή διαβάσεις ή ζώνες που βρίσκονται σε ευρύτερη θαλάσσια έκταση και τα οποία είναι πλεύσιμα. Επίσης, ως θαλάσσιος διάδρομος ορίζεται ο κύριος διάδρομος των πλοίων σ’ ένα λιμάνι ή σ’ ένα δίαυλο ή στο μέσο του διαύλου. Ορισμένες φορές, οι έννοιες των όρων δίαυλος και θαλάσσιος διάδρομος επικαλύπτονται και ακόμα μπορεί να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, ανάλογα με τα τοπικά έθιμα ή χρήσεις.
Η εφαρμογή του Κανόνα 9 και στους δύο όρους, αναφέρεται μόνο στους στενούς διαύλους ή θαλάσσιους διαδρόμους και ως εκ τούτου ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται σε όλους τους διαύλους ή σε όλους τους θαλάσσιους διαδρόμους. Σύμφωνα δε με τη ναυτική πρακτική, στενός δίαυλος ή θαλάσσιος διάδρομος θεωρείται εκείνος, αν το πλάτος του οποίου είναι τέτοιο ώστε, όταν ένα πλοίο ακολουθεί τον κεντρικό του άξονα να μην υπάρχει επαρκής χώρος, για να πλέει αντίθετα ή να προσπερνά συγχρόνως και άλλο πλοίο ασφαλώς. Τα όρια των διαύλων και θαλασσίων διαδρόμων, συνήθως, τα ορίζουν τοπικοί κανονισμοί.
Ενέργειες και χειρισμοί που αναλαμβάνονται όταν τα πλοία πλέουν σε στενούς διαύλους ή θαλάσσιους διαδρόμους.
Κανόνας 9: Στενοί δίαυλοι
(α) Κάθε πλοίο που πλέει κατά μήκος στενού διαύλου ή θαλάσσιου διαδρόμου, πρέπει να τηρείται κοντά στο εξωτερικό όριο του διαύλου ή του θαλάσσιου διαδρόμου, το οποίο βρίσκεται στη δεξιά του πλευρά, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι ασφαλές και πρακτικά δυνατόν.
(β) Κάθε πλοίο με μήκος μικρότερο από 20 m ή ιστιοφόρο πλοίο, δεν πρέπει να παρεμποδίζει το διάπλου πλοίου, το οποίο μπορεί να πλέει με ασφάλεια μόνο μέσα σε κάποιο στενό δίαυλο ή θαλάσσιο διάδρομο.
(γ) Κάθε πλοίο που ασχολείται με την αλιεία, δεν πρέπει να παρεμποδίζει το διάπλου οποιουδήποτε άλλου πλοίου, το οποίο ναυσιπλοεί μέσα σε στενό δίαυλο ή θαλάσσιο διάδρομο.
(δ) Κανένα πλοίο δεν πρέπει να διασταυρώνει κάποιον στενό δίαυλο ή θαλάσσιο διάδρομο, εάν έτσι εμποδίζει το διάπλου άλλου πλοίου, το οποίο μπορεί να πλέει με ασφάλεια μόνο μέσα σε τέτοιο δίαυλο ή θαλάσσιο διάδρομο. Το τελευταίο αυτό πλοίο, εάν αμφιβάλλει για τις προθέσεις του πλοίου που διασταυρώνει το στενό δίαυλο ή το θαλάσσιο διάδρομο, μπορεί να χρησιμοποιήσει το ηχητικό σήμα, που καθορίζεται στη διάταξη 34(δ).
(ε)
(i) Όταν μέσα σε στενό δίαυλο ή θαλάσσιο διάδρομο, όπου το προσπέρασμα μπορεί να γίνει μόνο εφόσον το καταφθανόμενο πλοίο πρέπει να χειρίσει για να επιτρέψει την ασφαλή διέλευση, τότε, το πλοίο που έχει πρόθεση να προσπεράσει, πρέπει να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του αυτή εκπέμποντας το κατάλληλο σήμα (σφύριγμα), όπως αυτό καθορίζεται στη διάταξη 34(γ)(i). Το καταφθανόμενο πλοίο, εάν συμφωνεί, θα εκπέμψει κι αυτό το κατάλληλο σήμα (σφυρίξει) το καθοριζόμενο στη διάταξη 34(γ)(ii) και θα λάβει μέτρα για να επιτρέψει την ασφαλή διέλευση. Αν όμως το καταφθανόμενο πλοίο βρεθεί σε αμφιβολία, μπορεί να εκπέμψει (σφυρίξει) τα σήματα που καθορίζονται στη διάταξη 34(δ).
(ii) Ο παρών κανόνας δεν απαλλάσσει το καταφθάνον πλοίο από την υποχρέωσή του, όπως αυτή διατυπώνεται στον Κανόνα 13.
(στ) Κάθε πλοίο που πλησιάζει σε στροφή (καμπή) ή σε περιοχή κάποιου στενού διαύλου ή θαλάσσιου διαδρόμου, όπου υπάρχει πιθανότητα να κρύβονται από κάποιο παρεμβαλλόμενο εμπόδιο άλλα πλοία, πρέπει να ναυσιπλοεί με ιδιαίτερη ετοιμότητα και προσοχή και να εκπέμπει (σφυρίζει) το κατάλληλο σήμα, όπως αυτό καθορίζεται στη διάταξη 34(ε).
(ζ) Κάθε πλοίο πρέπει να αποφεύγει να αγκυροβολεί μέσα σε στενό δίαυλο, εφόσον βέβαια αυτό το επιτρέπουν οι συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Κανόνας 10: Συστήματα διαχωρισμού της θαλάσσιας κυκλοφορίας.
(α) Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται στα συστήματα διαχωρισμού της θαλάσσιας κυκλοφορίας, που έχουν υιοθετηθεί από τον Οργανισμό, δεν απαλλάσσει δε κανένα πλοίο από την υποχρέωση εφαρμογής οποιουδήποτε άλλου κανόνα, που ισχύει.
(β) Κάθε πλοίο, που χρησιμοποιεί ένα σύστημα διαχωρισμού της κυκλοφορίας πρέπει:
(i) Να πλέει μέσα στην αντίστοιχη λωρίδα κυκλοφορίας και προς τη γενική κατεύθυνση της κυκλοφοριακής ροής, που ισχύει για τη λωρίδα αυτή.
(ii) Να παραμένει, όσο αυτό είναι πρακτικά εφικτό, μακριά από τη γραμμή διαχωρισμού της κυκλοφορίας ή της ζώνης διαχωρισμού.
(iii) Κανονικά να εισέρχεται σε ή να εξέρχεται από κάποια λωρίδα κυκλοφορίας στο σημείο όπου αυτή τελειώνει. Όταν όμως εισέρχεται ή εξέρχεται από οποιαδήποτε πλευρά, τότε πρέπει να το πραγματοποιεί κατά την μικρότερη πρακτικά γωνία, ως προς τη γενική κατεύθυνση της κυκλοφοριακής ροής.
(γ) Κάθε πλοίο πρέπει να αποφεύγει, όσο αυτό είναι πρακτικά δυνατό, να διασχίζει (διασταυρώνει) λωρίδες κυκλοφορίας. Αν όμως είναι υποχρεωμένο να το πραγματοποιήσει, τότε θα τις διασχίζει με πορεία που θα είναι, όσο αυτό είναι πρακτικά εφικτό, πλησιέστερη προς την ορθή γωνία, σε σχέση με τη γενική κατεύθυνση της κυκλοφοριακής ροής.
(δ)
(i) Ένα πλοίο δεν θα χρησιμοποιεί ζώνη παράκτιας κυκλοφορίας, όταν μπορεί να χρησιμοποιεί ασφαλώς την κατάλληλη λωρίδα κυκλοφορίας μέσα στο παρακείμενο σύστημα διαχωρισμού κυκλοφορίας. Εν τούτοις, πλοία με μήκος κάτω από 20 m, ιστιοφόρα πλοία και πλοία ασχολούμενα με την αλιεία, μπορούν να χρησιμοποιούν τη ζώνη παράκτιας κυκλοφορίας.
(ii) Παρά τα όσα θεσπίζονται από την παράγραφο (δ)(i), ένα πλοίο μπορεί να χρησιμοποιεί μια ζώνη παράκτιας κυκλοφορίας, όταν πλέει προς ή αναχωρεί από λιμάνι, εγκατάσταση ή κατασκευή πέραν των ακτών, πλοηγικό σταθμό ή άλλη τοποθεσία που βρίσκεται μέσα στη ζώνη παράκτιας κυκλοφορίας ή για να αποφύγει άμεσο κίνδυνο.
(ε) Κανένα πλοίο, εκτός αν πρόκειται για πλοίο που διασταυρώνει ή πλοίο που εισέρχεται ή εξέρχεται από λωρίδα κυκλοφορίας, δεν θα εισέρχεται υπό κανονικές συνθήκες εντός ζώνης διαχωρισμού ή δεν θα διασχίζει γραμμή διαχωρισμού, εκτός:
(i) Από περιπτώσεις ανάγκης, για να αποφύγει άμεσο κίνδυνο.
(ii) Εάν πρόκειται να ασχοληθεί με την αλιεία μέσα στη ζώνη διαχωρισμού.
(στ) Κάθε πλοίο που ναυσιπλοεί σε περιοχές ευρισκόμενες κοντά στα τερματικά όρια (άκρα) του συστήματος διαχωρισμού της κυκλοφορίας, πρέπει να ναυσιπλοεί με ιδιαίτερη προσοχή.
(ζ) Κάθε πλοίο πρέπει να αποφεύγει, όσο αυτό είναι πρακτικά δυνατό, να αγκυροβολεί μέσα σε σύστημα διαχωρισμού της κυκλοφορίας ή μέσα σε περιοχές που βρίσκονται κοντά στα τερματικά όριά του.
(η) Κάθε πλοίο, που δεν χρησιμοποιεί σύστημα διαχωρισμού της κυκλοφορίας, πρέπει να το αποφεύγει αφήνοντας, όσο αυτό είναι πρακτικά εφικτό, ευρύτερα περιθώρια.
(θ) Κάθε πλοίο, που ασχολείται με την αλιεία, δεν θα εμποδίζει το διάπλου οποιουδήποτε πλοίου, το οποίο ακολουθεί λωρίδα κυκλοφορίας.
(ι) Κάθε πλοίο μήκους μικρότερου από 20 m ή ιστιοφόρο πλοίο δεν θα εμποδίζει τον ασφαλή διάπλου μηχανοκίνητου πλοίου, το οποίο ακολουθεί λωρίδα κυκλοφορίας.
(ια) Κάθε πλοίο περιορισμένης ικανότητας χειρισμών, όταν ασχολείται σε επιχείρηση για τη συντήρηση της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας μέσα σε ένα σύστημα διαχωρισμού της θαλάσσιας κυκλοφορίας, εξαιρείται από την υποχρέωση συμμορφώσεώς του προς τις διατάξεις αυτού του κανόνα, στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να πραγματοποιηθεί η επιχείρηση.
(ιβ) Κάθε πλοίο περιορισμένης ικανότητας χειρισμών, όταν ασχολείται σε επιχείρηση για την πόντιση, συντήρηση ή ανέλκυση υποβρυχίου καλωδίου μέσα σε σύστημα διαχωρισμού της κυκλοφορίας, εξαιρείται από την υποχρεωτική συμμόρφωσή του προς τις διατάξεις αυτού του κανόνα, στο βαθμό που είναι αναγκαίο για να πραγματοποιηθεί η επιχείρηση.
