Διαγωγή πλοίων όταν η ορατότητα είναι περιορισμένη
Διαγωγή πλοίων που βρίσκονται κοντά ή μέσα σε περιοχή περιορισμένης ορατότητας.
Η περιορισμένη ορατότητα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους στα πλοία, στα πληρώματα, στους επιβάτες και στα φορτία. Το αυξημένο μέγεθος του κινδύνου επιβάλλει την αξιολόγηση της καταστάσεως και τη λήψη μέτρων διαχειρίσεως-αντιμετωπίσεως αυτού. Η λήψη των μέτρων απαιτείται να πραγματοποιηθεί πριν το πλοίο προσεγγίσει σε περιοχές με συνθήκες περιορισμένης ορατότητας, σύμφωνα με τους Κανόνες 5, 6 και 7. Εκτός όμως αυτών, είναι απαραίτητο να ληφθούν ειδικά μέτρα που αφορούν στη συμπεριφορά των πλοίων, τα οποία βρίσκονται κοντά ή μέσα σε περιοχή όπου επικρατούν συνθήκες περιορισμένης ορατότητας, σύμφωνα με τον Κανόνα 19.
Ο Κανόνας 19, λοιπόν, είναι ιδιαίτερα σημαντικός και αναφέρει οδηγίες για τη συμπεριφορά-χειρισμό των πλοίων εντός ή κοντά σε περιοχή όπου υπάρχει περιορισμένη ορατότητα.
Κανόνας 19: Διαγωγή πλοίων υπό περιορισμένη ορατότητα.
(α) Ο παρών κανόνας εφαρμόζεται σε πλοία, τα οποία δεν βρίσκονται εν όψει αλλήλων, κάθε φορά που ναυσιπλοούν μέσα ή κοντά σε περιοχή περιορισμένης ορατότητας.
(β) Κάθε πλοίο πρέπει να πλέει με ασφαλή ταχύτητα, προσαρμοσμένη στις επικρατούσες συνθήκες και καταστάσεις της περιορισμένης ορατότητας. Το μηχανοκίνητο πλοίο οφείλει να έχει τις μηχανές του σε ετοιμότητα για άμεσο χειρισμό.
(γ) Κάθε πλοίο οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες και καταστάσεις της περιορισμένης ορατότητας, όταν συμμορφώνεται με τους κανόνες του Τμήματος Ι του παρόντος Μέρους.
(δ) Πλοίο που εντοπίζει μόνο με το ραντάρ την παρουσία άλλου πλοίου, οφείλει να προσδιορίσει κατά πόσο υφίσταται περίπτωση επικίνδυνης προσεγγίσεως ή και κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως. Εάν πράγματι συντρέχει τέτοια περίπτωση, οφείλει να χειρίσει προς αποφυγή συγκρούσεως αρκετά έγκαιρα, με την προϋπόθεση ότι, εφόσον ο χειρισμός αυτός αποσκοπεί στη μεταβολή της πορείας, θα πρέπει κατά το δυνατό, να αποφεύγονται τ’ ακόλουθα:
(i) Μεταβολή της πορείας προς τα αριστερά για πλοίο που βρίσκεται πρώραθεν από το εγκάρσιό του, εκτός εάν πρόκειται για καταφθανόμενο πλοίο.
(ii) Μεταβολή της πορείας προς την κατεύθυνση του άλλου πλοίου, εφόσον αυτό βρίσκεται στο εγκάρσιο ή πρύμνηθεν από το εγκάρσιο.
(ε) Εκτός από τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες έχει εκτιμηθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως, κάθε πλοίο το οποίο ακούει από προφανή διεύθυνση προς πλώρα του εγκάρσιου του, σήμα ομίχλης άλλου πλοίου ή το οποίο δεν μπορεί να αποφύγει επικίνδυνη προσέγγιση με άλλο πλοίο που βρίσκεται πρώραθεν από το εγκάρσιό του, οφείλει να μειώσει την ταχύτητά του στην ελάχιστη πηδαλιουχήσιμη.
Εάν είναι αναγκαίο, οφείλει να ακινητεί και σε κάθε περίπτωση να ναυσιπλοεί με εξαιρετική προσοχή, μέχρις ότου παρέλθει ο κίνδυνος συγκρούσεως.
